φούμος

φούμος
ο, και φούμο, το, Ν
1. καπνιά
2. είδος μαύρης μπογιάς
3. φρ. «τού 'ριξα φούμο»
μτφ. τόν καταψήφισα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. fumus «καπνός»].
————————
τὸ, Μ
καμάρι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού φούμη / φήμη κατά τα αρσ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • φούμος — φούμος, ο και φούμο, το (λ. λατ.) 1. καπνιά, μουντζούρα. 2. είδος μελάνης από καπνιά, είδος μαύρης μπογιάς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φούμο — το, Ν βλ. φούμος …   Dictionary of Greek

  • φούμο — το βλ. φούμος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”